Δήμος Τρικκαίων

Αριστείδης Παπάς ή Πωπ, ο άγνωστος Τρικαλινός της Φιλικής (1783-1821)

28 Μαΐου 2020

Γεννήθηκε το 1783 στα Τρίκαλα, και φοίτησε στην περίφημη Σχολή Τρίκκης όπου έτυχε καλής παιδείας, ονομάσθηκε διδάσκαλος, αργότερα δε, χειροτονήθηκε ιερέας. Ο ιστορικός Φιλήμων τον αναφέρει ως «άνδρα εγκρατή πάσης ελληνικής παιδείας και ξένων γλωσσών, σύννου, εύγλωττον, μειλίχιον λίαν τους τρόπους, απεριορίστου δε πατριωτισμού και αυστηράς ηθικής, όστις άμα κατηχηθείς ειργάσθη διά πολλής ωφελείας υπέρ της Εταιρείας, θυσιάσας και την ζωή του διά το Γένος».

Από τα Τρίκαλα αναχώρησε μάλλον για σπουδές στη Νεάπολη όπου βρίσκεται εκεί το 1818 και μυείται στη Φιλική Εταιρεία.

Η μύηση του αυτή στη Φιλική Εταιρεία τον ενθουσιάζει, βλέποντας το όραμα της Ελεύθερης Ελλάδος και αυτό δεν τον αφήνει ήσυχο, θέλει να δράσει, για την απελευθέρωση. Μετά την μύηση του μυεί τον φίλο του Ιωάννη Αριστείδη μουσικό από τη Λάρισα και ετοιμάζεται να έλθει στην Ελλάδα για να βρει πεδίο δράσεως. Αφήνει την Νεάπολη και μετά δύο μήνες φθάνει στην Κέρκυρα, όπου επιδίδεται στο έργο της κατηχήσεως και της καλλιέργειας του πνεύματος της απελευθερώσεως. Είναι ο πρώτος Φιλικός που επισκέπτεται τα Επτάνησα.

Στην Κέρκυρα διέμενε ο μεγαλύτερος αδελφός του Ιωάννη Καποδίστρια, ο Βιάρος Καποδίστριας, τον οποίο πλησίασε και τον μυεί στη Φιλική Εταιρεία όπως και αρκετούς άλλους εξέχοντες πολίτες. Έρχεται σε συνεννόηση με τους αρχηγούς των Σουλιωτών προσφύγων τους οποίους και ενισχύει οικονομικά. Μετά από δίμηνη παραμονή στην Κέρκυρα αναχωρεί και περιηγείται τους Παξούς, Λευκάδα και Ζάκυνθο όπου μυεί εξέχουσες προσωπικότητες, όπως τον Διονύσιο Ρώμα του οποίου αποκτά την εμπιστοσύνη και ο οποίος του δίνει 300 φλουριά για τη Φιλική Εταιρεία.

ΕΡΕΥΝΑ – ΚΕΙΜΕΝΑ: Σ.Α. ΜΠΑΚΟΒΑΣΊΛΗΣ

Τον Μάϊο βρίσκεται στην Πάτρα, έρχεται σε επαφή με τον Κολοκοτρώνη και κατηχεί τον πρόξενο της Ρωσίας στην Πάτρα Ιωάννη Βλασόπουλο. Καλείται κατόπιν από τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, και κατ’ εντολή τους επισκέπτεται τη Σμύρνη, τη Σάμο και τη Χίο όπου μυεί και άλλα νέα μέλη.

Τον Νοέμβριο του 1819, ένα χρόνο μετά την μύηση του, βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη με τους Παπαφλέσσα, Σέκερη, Αφθονίδη τραγουδώντας τα θούρια του Ρήγα και τα ανδραγαθήματα του Ανδρούτσου και του Κατσαντώνη. Την Άνοιξη του 1820 όπως αναφέρει ο Πρωτοψάλτης αποφασίσθηκε να χρησιμοποιηθεί για τον προσεταιρισμό των Σέρβων. Για το σκοπό αυτό αποστέλλεται με σπουδαία έγγραφα προς τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στον οποίο εκθέτει τη δράση του. Το ακριβές δρομολόγιο του ταξιδιού του δεν είναι γνωστό.

Πιθανόν από την Κωνσταντινούπολη μέσω Οδησσού μετέβη στο Κίεβο όπου συναντήθηκε με τον κατερχόμενο  από τη Μόσχα Αλ. Υψηλάντη. Από το Κίεβο περνά στη Βεσσαραβία και παραμένει στην πρωτεύουσα αυτής. Από εκεί πηγαίνει Βαρσοβία και μετά στο Βουκουρέστι. Το ότι πέρασε από Οδησσό, Κισνόβιο και Βαρσοβία βεβαιώνεται από τις κατηχήσεις που έκανε σ’ αυτές τις πόλεις.

Φτάνοντας στο Βουκουρέστι εργάζεται ανενόχλητος υπέρ της Φιλικής Εταιρείας καθότι ο Καποδίστριας με τη μεσολάβηση του Υψηλάντη τον είχε συστήσει στον ηγεμόνα της Βλαχίας Αλ. Σούτσο. Κατά το τέλος του 1820, ο Υψηλάντης επιθυμώντας να έλθει σε επαφή με τον ηγεμόνα της Σερβίας Οβρένοβιτς, αναζητούσε τον κατάλληλο άνδρα. Και τον βρίσκει στο πρόσωπο του Αριστείδη Παππά τον οποίο και προκρίνουν, εκτιμώντας τον ενθουσιασμό, τον ζήλο και την μάθηση του και του αναθέτει τη δύσκολη και επικίνδυνη αποστολή.

Ο Αρ. Παππάς πρόθυμα αποδέχεται την αποστολή και τον Ιανουάριο του 1821 εφοδιάζεται με συστατικό γράμμα του Υψηλάντη προς τον Οβρένοβιτς και με συνθήκη από 14 άρθρα για συμμαχία και ξεσηκωμό των Σέρβων. Με συστατικά γράμματα τον εφοδίασαν και ο Γεωργάκης Ολύμπιος και ο Σάββας Φωκιανός. Με πίστη στην ανατεθείσα αυτή εντολή και ξεκίνησε για τη συνάντηση με τον Οβρένοβιτς.

Αν και το ταξίδι του το είχε σχεδιάσει ο Υψηλάντης, προτίμησε σαν ασφαλέστερη οδό διαμέσου του Αδά Καλέ, ενός μικρού νησιού στον Δούναβη, ανάμεσα στη Ρουμανία και τη Σερβία, επειδή φοβόταν την αυστριακή αστυνομία.

Τις ημέρες αυτές όμως είχε επαναστατήσει κατά των Τούρκων ο Ρουμάνος οπλαρχηγός Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου και οι Τούρκοι παρακολουθούν τους διερχομένους ξένους και τον συλλαμβάνουν ως ύποπτο. Για τα μετά τη σύλληψη του υπάρχουν πολλές εκδοχές. Μία από αυτές θέλει να έχει συλληφθεί και να αποστέλλεται στον πασά του Βιδινίου και καθ’ οδόν τα μεν μυστικά έγγραφα τα έριξε σε βάλτο, ο ίδιος δε κατακρημνίσθηκε για να μη προδώσει βασανιζόμενος τα της Φιλικής Εταιρείας.

Το πιθανότερο όμως είναι αυτό που έγραψε ο Κων/νος Οικονόμος εξ Οικονόμων κατά την ίδια εποχή, ότι δηλαδή τα έγγραφά του ανακαλύφθηκαν και απεστάλησαν στον επίτροπο του Σουλτάνου και ότι αφού βασανίσθηκε χωρίς να ομολογήσει οτιδήποτε απαγχονίστηκε. Η Φιλική Εταιρεία μαθαίνοντας τη σύλληψη του έστειλε τον Ηπειρώτη αγωνιστή Αναστάσιο Μανάκη για να τον σώσει. Ο επίτροπος του Σουλτάνου έδωσε τα έγγραφα για μετάφραση στον μέγα διερμηνέα του Τουρκικού Κράτους Ιωάννη Καλλιμάχη. Αυτός απέδωσε το κείμενο κατά τρόπο τέτοιο ώστε να φανεί ότι η κίνηση αυτή δεν ήταν σοβαρή και θα είχε την ίδια τύχη με την κίνηση του Ρήγα. Ο Σουλτάνος αν και έλαβε γνώση για τα τεκταινόμενα δεν έκανε κάτι, άγνωστο γιατί.

Ο Αρειστίδης Παππάς ή Πωπ, όπως φαίνεται είναι ο πρώτος μάρτυρας της επανάστασης και ένας εκ των αρίστων Φιλικών.

Αυτόν διάλεξε ο Αλ. Υψηλάντης για τη σπουδαία και επικίνδυνη αποστολή, αυτόν ο Κόμης Διονύσιος Ρώμας αποκαλούσε ενδοξότατο και φίλο ειλικρινή, αυτόν ο Ξάνθος αποκαλεί ένθερμο αδελφό, αυτόν ο Ξόδιλος άριστον άνδρα, ο Φιλήμων σύννουν, εύγλωττο, μειλίχιο εις τους τρόπους, απεριορίστου δε πατριωτισμού και ηθικής.

Η πόλη των Τρικάλων, η γενέτειρά του, τον τίμησε δίνοντας το όνομά του σε δρόμο της πόλεως, με την υπ’ αριθ. 65/1971 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Τρικκαίων και η οποία ξεκινά από την πλατεία Αγρότισσας και τελειώνει στην Ασκληπιού.