Πληροφορίες Προσβασιμότητας

Δήμος Τρικκαίων

Γυρίζοντας από τις κομμουνιστικές χώρες

13 Απριλίου 2020

ΕΠΑΝΗΛΘΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ ΣΩΤΗΡΑ ΜΕΤΑ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΡΑΜΟΝΗΝ ΕΙΣ ΤΑΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑΣ ΧΩΡΑΣ

 Εστρατολογήθη βιαίως από τα Κουτσομύλια και κατέληξε εις Τασκένδη της Σοβιετικής Ενώσεως.— Υπό ποίας συνθήκας εργάζονται εκεί Έλληνες και Ρώσοι.— Σκληρή εργασία και μικρόν ημερομίσθιον — Οξύτατον το στεγαστικόν πρόβλημα.— Νοσταλγούν όλοι την Ελλάδα και θέλουν να γυρίσουν ταχύτερα.

Ύστερα από δέκα χρόνια ζωή στις κομμουνιστικές χώρες, εκ των όποιων τα εννέα στην Τασκένδη της Σοβιετικής Ενώσεως, ξαναγύρισε στη γενέτειρά της την Σωτήρα η Ευθυμία Λάμπρου Κολοβού και φίλησε με συγκίνηση το χώμα του χωριού της, και με κλάματα τους γονείς της.

Έφυγε από εδώ η Ευθυμία 15 περίπου χρονών μικρή παιδούλα. Ήταν η εποχή του συμμοριτοπόλεμου, όταν οι συμμορίτες κυριαρχούσαν και έμπαιναν και σ’ αυτή την πόλη μας.

Τότε η Ευθυμία για ν’ αποφύγει την στρατολογία ερχόταν από την Σωτήρα και κοιμούνταν στο σπίτι του Γαζέτα στα Κουτσομύλια. Αλλά την βίαια στρατολογία δεν την γλύτωσε και τη νύχτα του Αγίου Σπυρίδωνος του 1948, που oι συμμορίτες μπήκαν στα Κουτσομύλια την πήραν βιαίως μαζί της. Και από τότε αρχίζουν τα βάσανα της μικρής Ευθυμίας, όπως και τόσων άλλων βιαίως στρατολογηθέντων.

Αλλά ας αφήσουμε την ίδια να μας πει την δραματική της ιστορία.

«Μόλις με πήραν από τα Κουτσομύλια μαζί με άλλα κορίτσια χωριών της περιφερείας μας, μας προώθησαν κατά τον χειρότερο τρόπο στα έμπεδα του Ντένισκο Σαμαρίνας, όπου βρήκαμε εκατοντάδες μικρών κοριτσιών και παιδιών. Με τα επτάμηνο μας προώθησαν στα έμπεδα Αλβανίας γιατί στο μεταξύ είχαν αρχίσει οι επιχειρήσεις στον Γράμμο. Το πως περάσαμε εκεί μη ρωτάτε. Προς θεού μη ρωτάτε…

»Την πρώτη Αυγούστου του 1949 με ρωσικό πλοίο φορτωμένο με καπνά και στοιβαγμένοι κατά το χειρότερο τρόπο φύγαμε από την Αυλώνα και μέσω Δαρδανελίων μας μετέφεραν στη Ρωσία και σε συνέχεια στην Τασκένδη.

»Εκεί χιλιάδες βιαίως στρατολογηθέντων νέων και ηλικιωμένων μας έβαλαν σε εργοστάσια για δουλειά. Εγώ δούλευα σε εργοστάσιο παραγωγής μηχανημάτων, όπως είναι τα τρακτέρ κλπ. αλλά και σε τμήμα υφαντουργίας αργότερα. Το 1951 γνωρίστηκα εκεί με το νυν σύζυγό μου Βασίλειο Μπελινάκη ετών σήμερα 32 από το Άργος Ορεστικό, όπου και αυτός στρατολογήθηκε βιαίως.

»Ο γάμος μας έγινε με όλους τους τύπους της εκκλησίας μας σε μια από τις τρεις μικρές εκκλησίες μας που υπάρχουν στη πόλη αυτή των τριών εκατομμυρίων κατοίκων.

»Στην Τασκένδη βρίσκονται κυρίως και εργάζονται κάτω από σκληρούς όρους εργασίας και με πολλές στερήσεις όλοι όσοι βιαίως στρατολογήθηκαν από την Ελλάδα. Βρίσκονται όμως εκεί και Έλληνες κομμουνιστές, αφοσιωμένοι στο κόμμα και βαρυνόμενοι με εγκληματικές πράξεις ή με λιποταξία από τον στρατό. Και αυτοί εργάζονται με τη διαφορά όμως ότι αυτοί αμείβονται πολύ καλλίτερα από τους βιαίως στρατολογηθέντας, παίρνουν δηλαδή 1200 ρούβλια το μήνα για οκτάωρη ημερήσια εργασία.

»Η εργασία μας ήταν σκληρότατη και ενώ γινόταν κάτω από δυσμενέστατους όρους παρακολουθούμασταν και από Κέρβερους επιστάτες για να μη μιλάμε, να μη συνεννοούμαστε. Πληρωνόμασταν με το κομμάτι και κάθε δεκαπενθήμερο δεν παίρναμε ποτέ περισσότερα από 350 ρούβλια. Φαγητό παρασκεύαζε το εργοστάσιο, ήταν όμως ακριβό και για να μας περισσέψει κάτι αναγκαζόμασταν να ψωνίζουμε και να παρασκευάζουμε φτηνότερο φαγητό.

»Αλλά και τα όσα μας περίσσευαν από τις αιματηρότατες οικονομίες μας η διεύθυνση του εργοστασίου υποχρεωτικά μας κρατούσε το χρόνο 800 ρούβλια, και τα κατέθετε στην Γκλάβνα Κάσα, και τις καταθέσεις μας αυτές τις εκμεταλλεύονταν. Από τις καταθέσεις αυτές επί τόσα χρόνια, όταν θα έφευγα σε μένα έδωσαν μόνο 1100 ρούβλια και στον άνδρα μου 3.400 επί συνολικών καταθέσεων 14.400 ρουβλιών.

»Στην Τασκένδη είναι οξύτατο το στεγαστικό πρόβλημα. Τα οικήματα πολύ λίγα και πανάκριβα τα ενοίκια. Καθόμασταν σε ένα δωμάτιο μόνον οκταώροφης πολυκατοικίας και πληρώναμε 150 ρούβλια μηνιαίως. Ευτυχώς είχαμε δωρεάν την ιατροφαρμακευτική περίθαλψή.

»Στην Τασκένδη τον μόνο που μπόρεσα να γνωρίσω είναι ο Αθανάσιος Κοντονάσιος από τα Τρίκαλα, ο οποίος όπως και τόσοι άλλοι νοσταλγούν να γυρίσουν στην πατρίδα μας. Όσοι βρίσκονται εκεί έχουν την ελευθερία να επανέλθουν —στρατολογηθέντες βιαίως μόνον— και για αυτούς όλους θα πραγματοποιηθεί η επιστροφή γρήγορα ή αργά.

»Στον Πειραιά ήλθαμε στις 11 Νοεμβρίου 1958 αφού περάσαμε από τη Μόσχα, την Οδησσό και τη Βάρνα Βουλγαρίας. Εκεί αποβιβάστηκαν Βούλγαροι αξιωματικοί, οι όποιοι εκπαιδεύονταν σε ρωσική στρατιωτική Ακαδημία κοντά στην Τασκένδη.

»Η ζωή εκεί δεν είναι σκληρή και δραματική μόνο για τους ξένους, αλλά και τους ίδιους τους Ρώσους, οι όποιοι υποφέρουν και στερούνται από πολλά.

»Φυλακές εκεί δεν υπάρχουν, όσοι όμως δικάζονται στέλνονται βαθιά στη Σιβηρία, σε αναγκαστικά έργα για να μη ξαναγυρίσουν ποτέ…»


Ύστερα από 11 χρόνια

Συμπολίτης μας από τα Κουτσομύλια επανήλθε από την Τσεχοσλοβακία

Η ζωή του εις το παραπέτασμα

Από εβδομάδος, και έπειτα από 11 ετών απουσία βρίσκεται πλησίον της οικογενείας του ο συμπολίτης μας Στέργιος Παπαθεοδώρου κάτοικος Κουτσομυλίων.

Ο ατυχής Παπαθεοδώρου ευρισκόμενος κατά την πολυτάραχο περίοδο τού 1948 εις Λεσιανά όπου εξοικονομούσε το ψωμί του, εργαζόμενος εις νεροπρίονο, απήχθη υπό ανταρτών της 1ης Μεραρχίας, και ακολούθως με άλλους ομήρους και βιαίως στρατολογηθέντες οδηγήθηκε στην Αλβανία. Εκ της Αλβανίας τις πρώτες ακόμη ημέρες επιχείρησε να δραπέτευση, συλληφθείς όμως υπό τμημάτων των ανταρτών, ενώ πλησίαζε να εισέλθει εις Ελληνικό έδαφος, εδάρη ανηλεώς, ίχνη του ξυλοδαρμού δε παρουσιάζει ακόμη και σήμερα στο πρόσωπό του.

Μετά τετράμηνο παραμονή στα έμπεδα της Αλβανίας απεστάλη με μεγάλη και εκ των τελευταίων αποστολών στην Τσεχοσλοβακία, όπου και εκεί μετά τρίμηνο παραμονή εις στρατόπεδο, απεσπάσθη σε διάφορα εργοστάσια προς εργασία. Ο εν λόγω συμπολίτης μας είχε την τύχη να προσληφθεί σε διυλιστήριο πετρελαίου όπου παρέμεινε εργαζόμενος μέχρι της τελευταίας ημέρας της αναχωρήσεώς του. Η αμοιβή εκ της εργασίας του αυτής ανέρχονταν σε 45 κορώνες ημερησίως. Αν ληφθεί υπ’ όψη ότι διά εν πλήρες γεύμα έπρεπε να διάθεση περίπου 10 κορώνες δεν ήταν όπως αντιλαμβάνεται κανείς και τόσο ευχάριστος η ζωή. Ο διακαής πόθος τόσον αυτού όσον και των 14.000 χιλιάδων Ελλήνων που βρίσκονται ακόμη εις την βιομηχανική και μεγάλη πόλη της Τσεχοσλοβακίας Οστράβα και αλλαχού ήταν να επιστρέψομε πλησίον των προσφιλών του προσώπων.

Εις την πόλιν της Οστράβας δεν συνάντησε άλλον συμπατριώτη παρά μόνον τον Ιωάννη Σαμουρέλη και τον γέροντα πατέρα του εκ  Θεοπέτρας όστις βρίσκεται εις γηροκομείο της Οστράβας καθότι είναι ανίκανος προς εργασία ο δε Ιωάν. Σαμουρέλης, εργάζεται εις εργοστάσιο χυτοσιδήρου. Η αναχώρηση του εκ Τσεχοσλοβακίας θα πραγματοποιείτο προ ετών, αλλά τούτο το εμπόδιζε η στέρηση της Ελληνικής του ιθαγενείας εκ μέρους του Ελληνικού κράτους.

Για την αντιγραφή: Σ.Α. Μπακοβασίλης