Πληροφορίες Προσβασιμότητας

Δήμος Τρικκαίων

Η απελευθέρωση των Τρικάλων από τους Τούρκους

18 Οκτωβρίου 2019

Εκατόν τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια πέρασαν από την μέρα της 23ης Αυγούστου 1881, όταν ο ελευθερωτής στρατός μας μπήκε στα Τρίκαλα. Ο Θεσσαλικός κάμπος είχε δώσει τον πλούσιο καρπό του για να ανταμείψει τους κόπους του αγρότη, και η λευτεριά έρχονταν σαν ο καρπός αγώνων τεσσάρων ολόκληρων αιώνων. Ο Αυγουστιάτικος ήλιος πύρωνε το παν, πυρωμένες ήταν από την φλόγα της προσμονής, και οι καρδιές των Τρικαλινών αλλά και όλων των Θεσσαλών.

Η περιπόθητη λευτεριά κτυπούσε την πόρτα. Η προσάρτηση της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου ήταν γνωστή, οι τελευταίες όμως μέρες της σκλαβιάς αργοπορούσαν. Οι Τρικαλινοί έβλεπαν, παρακολουθούσαν τις κινήσεις των Τούρκων, που από μέρες φεύγαν λίγοι – λίγοι προς τη Λάρισα και η ψυχή τους φτερούγιζε χαρωπά.

Στις 23 Αυγούστου ημέρα Κυριακή πρωί – πρωί, τα τελευταία στρατιωτικά τουρκικά τμήματα εγκατέλειψαν την πόλη, σύμφωνα με το πρωτόκολλο παραδόσεως της Θεσσαλίας. Την Άγια εκείνη Κυριακή οι εκκλησίες ήταν γεμάτες από κόσμο που πήγε να ευχαριστήσει τον Χριστό και την Παναγία για τη λευτεριά που τους χάριζαν.

Μετά την εκκλησία μαζευτήκανε στα σπίτια τους όπως κάθε φρόνιμος κάνει σε τέτοιες ώρες. Από το μεσημέρι άρχισε να διαδίδεται ότι ο Στρατός μας κίνησε από το Φανάρι και έρχεται στα Τρίκαλα, σαν απίστευτο φαινότανε, ώστε τελείωνε η σκλαβιά αιώνων;

Ο κόσμος άρχισε να ξεχύνεται επιφυλακτικά στους δρόμους και να κατευθύνεται προς το μέρος από το οποίο θα έμπαινε στην πόλη ο Στρατός. Τα νέα έπαιρναν & έδιναν, καβαλάρηδες από τα γύρω χωριά έφερναν ευχάριστα μηνύματα. Κίνησαν, έρχονται, φθάνουν, τα μάτια μεταβάλλονται σε ραντάρ και ανιχνεύουν τον ορίζοντα.

Το απόγευμα τέλος φάνηκε το ποθητό όραμα με την μορφή των τσολιάδων.

ΕΡΕΥΝΑ – ΚΕΙΜΕΝΑ: Σ.Α. ΜΠΑΚΟΒΑΣΙΛΗΣ

Ο Ελληνικός Στρατός υπό τον Συν)ρχη Καραΐσκάκη εγγονό του Αρχιστρατήγου της Ρούμελης Γεωργίου Καραΐσκάκη μπαίνει στην πόλη. Το τι γίνηκε δεν περιγράφεται, φωνές χαράς, τρέλας, νάτους έρχονται, ήλθαν, έφθασαν, ζητωκραύγαζαν, φιλούν τους τσολιάδες,, φιλιούνται αναμεταξύ των οι Τρικαλινοί και λένε Χριστός Ανέστη, άλλοι κλαίνε από την συγκίνηση.

Μέσα στο ενθουσιασμένο πλήθος διακρίνεται και ένας νέος εικοσάχρονος, αυτός πια είναι τρελός από τη χαρά του, ζητωκραυγάζει, φιλά τα πόδια των καβαλάρηδων τσολιάδων γιατί δεν φθάνει τους ίδιους και δεν ησυχάζει ούτε στιγμή από τη χαρά του. Ο νέος αυτός είναι ο Ηπειρώτης Χρίστος Χρηστοβασίλης ο μετέπειτα γνωστός διηγηματογράφος.

Ο Δήμαρχος Τρικκαίων Οθωμανός Καδρή Μεχμέτ Βέης συνοδευόμενος και από άλλους προύχοντας Έλληνες και Τούρκους, υποδέχεται τον Στρατό και παραδίδει την πόλη, και εν συνεχεία φροντίζει για την τακτοποίηση του Στρατού σε κατάλληλα οικήματα. Το βράδυ εκείνο κανένας σχεδόν δεν κοιμήθηκε, ο κόσμος συνόδευσε τον στρατό ως τα καταλύματά του, περιεργάζονταν, έπιανε τους τσολιάδες τους χάιδευε σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι η λευτεριά ήρθε στ’ αλήθεια, ότι δεν ήταν όνειρο.

Παντού χαρές, τραγούδια, περιποίηση με φαγητά κρασί στους τσολιάδες. Το πανηγύρι αυτό κράτησε και την άλλη μέρα Δευτέρα.

Την Τρίτη 25 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε δοξολογία στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίας Επισκέψεως επί τη απελευθερώσει, παρουσία των στρατιωτικών και πολιτικών αρχών, από τον Μητροπολίτη Μεθόδιο πλαισιωμένο από όλο τον κλήρο της πόλης.

Η εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο, καθώς και τα γύρω της, τσολιάδες ήταν παρατεταγμένοι στους δρόμους, και παντού υπήρχαν χαρούμενες μορφές. Τον πανηγυρικό της ημέρας εκφώνησε ο εικοσάχρονος, που αναφέραμε φλογερός νέος Χρίστος Χρηστοβασίλης με το κατωτέρω από 186 δεκαπεντασύλλαβους στίχους ποίημα του:

 

Αδέλφια καλώς ήρθατε αδέλφια αγαπημένα

με το σταυρό στο Φλάμπουρο με τα σπαθιά ζωσμένα

σας επονέσαμε πολύ καρτέρει κι’ ακαρτέρει

ξαρματωμένοι και γυμνοί στο Τούρκικο το χέρι.

                                    ***

Πο της σκλαβιάς το βογγητό πο τα στενάγματά μας

εστράβωσαν τα μάτια μας τηρώντας και τηρώντας

τον δρόμο να μάς έρθητε σαν αετοί πετώντας

να φέρετε την λευτεριά την νεκρανάστασι μας

και να ησυχάση αδούλευτο το μαύρο το κορμί μας.

 

Ο έμμετρος πανηγυρικός τελειώνει ως εξής:

Αδέλφια λεοντόκαρδα ολίγο άναπαυθήτε

μέσα εδώ στον τόπο μας, να μη ξαρματωθήτε

τι έχομε δρόμο γλήγορα… Κοιτάτε τί αντάρα

σηκώνεται στην Ήπειρο στο Λούρο στη Χειμάρα.

                                         ***

Έχουμε αδέλφια μέσα κει αδέλφια αδικημένα

κι’ αναστενάζουνε πικρά που μείναν σκλαβωμένα

συντάζονται δεν δέχονται να είναι ακόμα δούλοι

κι’ ο Τούρκος να τους κάθεται στα Γιάννινα στο Σούλι.

 

Ο νεαρός Χρηστοβασίλης έγινε το πρόσωπο της ημέρας, το ποίημά του τυπώθηκε και κυκλοφόρησε ευρύτατα. Στις 26 Αύγουστου συνδέονται τηλεγραφικώς με την Αθήνα και διαβιβάζονται τα κατωτέρω ·τηλεγραφήματα του επισκόπου Τρίκκης και του Δημάρχου.

Τρίκαλα 26)8)1881

«σήμερον κάτοικοι Τρικκάλων πανηγυρίζοντες ένθουσιωδώς την μετά της κοινής μητρός Ελλάδος ένωσιν και έξαλλοι εκ της χαράς, ζητωκραυγάζουν υπέρ του Έθνους και της Α.Μ. του Βασιλέως.

Επίσκοπος Τρίκκης ΜΕΘΟΔΙΟΣ»

Τρίκαλα 26)8)1881

 

«Μετά μεγίστης χαράς και αγαλλιάσεως αναγγέλλω την ένωσιν της πατρίδος ημών μετά της Ελλάδος ήτις εγέντο χθες την πρωίαν πομπωδέστατη και εν πλήρει ησυχία και τάξει. Δέομαι του Υψίστου Θεού υπέρ υγείας και ευημερίας της τε Α.Μ. Βασιλέως και της Μ. Βασιλίσσης ημών και του σεβαστού διαδόχου και απάσης της Βασιλικής οικογενείας.

Δήμαρχος Τρικκαίων

Καδρή — Μεχμέτ — βέης»

 

Μετά την κανονική παράδοση της πόλεως η Ευρωπαϊκή επιτροπή παραδόσεως της Θεσσαλίας αναχώρησε στις 27 Αύγουστου ημέρα Παρασκευή για τη Λάρισα. Μετά τις συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς των πρώτων ημερών, η ζωή παίρνει την κανονική της μορφή με άλλη όμως όρεξη, ενθουσιασμό και πίστη για το αύριο, που αυτό το αύριο στα χρόνια της σκλαβιάς ήταν στα χέρια, στη διάθεση του Τούρκου κατακτητή.

Σιγά – σιγά εγκαθίστανται οι ελληνικές αρχές (Δικαστικές, Στρατιωτικές), άρχισαν να λειτουργούν ο τηλέγραφος και το Ταχυδρομείο προς εξυπηρέτηση του κοινού.

Ο Βασιλιάς από την πρώτη μέρα της εισόδου του στρατού μας στην Ήπειρο και Θεσσαλία, εξέφρασε την επιθυμία να περιοδεύσει σ’ αυτές. Άρχισε λοιπόν την περιοδεία από την Άρτα απ’ όπου μετά ολιγοήμερη εκεί παραμονή αποφασίζει να διασχίσει την Πίνδο και να φθάσει στη Θεσσαλία. Ξεκινά λοιπόν διά ζώων που ακολουθούν κακοτράχαλα μονοπάτια και φθάνει στους Καλαρρύτες όπου και διανυκτερεύει.

Στις 27 Σεπτεμβρίου μέρα Κυριακή μετά τον εκκλησιασμό, ξεκινά για το Χαλίκι, ορεινό χωριό, συνεχίζει περνώντας απ’ τα Ασπροποταμίτικα χωριά και διανυκτερεύει στην Καστανιά πλούσιο και πολιτισμένο χωριό. Την άλλη μέρα Δευτέρα 28 του μηνός φθάνει το μεσημεράκι στην Καλαμπάκα.

Η Καλαμπάκα είχε πολλά ενδιαφέροντα, τα περίφημα μοναστήρια των Μετεώρων, τα οποία και επισκέπτεται. Μένει τρεις μέρες στην Καλαμπάκα, και την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου το μεσημέρι φθάνει στα Τρίκαλα όπου τον περιμένει ο Πρωθυπουργός Κουμουνδούρος.

Στην είσοδο της πόλης τον υποδέχεται ο Δήμαρχος Καδρή — Βέης με το Δημοτικό Συμβούλιο και όλες τις Στρατιωτικές και πολιτικές αρχές. Οι χιλιάδες του λαού ζητωκραυγάζουν υπέρ αυτού, του Έθνους και του Στρατού.

Επιθεωρεί την παρατεταγμένη στρατιωτική δύναμη και προχωρεί προς τον Μητροπολιτικό Ναό όπου εψάλει δοξολογία υπό του Μητροπολίτου Τρίκκης Μεθοδίου ο οποίος και τον προσφώνησε. Όλη της ημέρα ο λαός πολιορκούσε την κατοικία του Βασιλιά επευφημώντας τον σε κάθε έξοδο του. Το βράδυ οι χιλιάδες του λαού με αναμμένες λαμπάδες περικύκλωσαν το ανάκτορο του ζητωκραυγάζοντας, ο Βασιλεύς δε κατασυγκινημένος χαιρετά τα πλήθη.

Το Σάββατο 3η Οκτωβρίου επισκέπτεται την Συναγωγή και το Τζαμί. Πριν αναχωρήσει από τα Τρίκαλα απένειμε διακριτικά παράσημα. Στον Μητροπολίτη Τρίκκης Μεθόδιο τον Σταυρόν των Ταξιαρχών και στον Δήμαρχο Καδρή — Βέην τον χρυσούν Σταυρό του Σωτήρος.

Την επομένη ημέρα Κυριακή αναχώρησε ο Βασιλεύς μετά της ακολουθίας του για Καρδίτσα, την Δευτέρα επεσκέφθη το Φρούριο Φαναρίου και την Τρίτη διά  μέσω Ζάρκου έφτασε στη Λάρισα.

Όπως γράφτηκε οι μέρες αυτές ήταν από τις ωραιότερες που πέρασε ο λαός των Τρικάλων, που τόσο είχε δοκιμασθεί όλα τα χρόνια της σκλαβιάς, αλλά ιδιαιτέρως κατά τα ορλωφικά που έχασε τον μισό πληθυσμό της από τις σφαγές.