Πληροφορίες Προσβασιμότητας

Δήμος Τρικκαίων

Η ιστορία του ηλεκτροφωτισμού της πόλεως Τρικάλων - Α'

18 Μαΐου 2020

ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΝ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΝ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

 Υπό ΑΝΤΩΝΙΟΥ Β. ΤΑΣΙΟΥ
Μηχ/γου — Ηλεκ/γου, Υπομηχανικού — Τεχνολόγου Καθηγητού

Εις την νότια όχθη του Ληθαίου ποταμού και εις την αρχήν της οδού Σ. Κανούτα, εις το κέντρο σχεδόν της πόλεως Τρικάλων, στέκει ακόμη, βουβό και αθόρυβο, ένα χαμηλό αλλά μεγάλο σε μήκος πέτρινο γεροδεμένο κτίριο, με προεξέχοντα λαξευτά αγκωνάρια και μεγάλα τοξωτά παράθυρα. Η στέγη του, είναι απλή επικλινής και με κοινά κεραμίδια. Μια σιδερένια συρτή αυλόπορτα, δίπλα ακριβώς από το κτίριο τούτο, στερεωμένη σε έναν πανύψηλο μανδροτοιχο, κλείνει πίσω της ένα φαρδύ διάδρομο που καταλήγει σε μια χορταριασμένη αυλή και μερικά άλλα παλαιά χαμηλά χτίσματα που όλα μαζί καλύπτουν μισό περίπου οικοδομικό τετράγωνο.

Εάν ένας παρατηρητικός επισκέπτης προσέξει αυτό το κτίριο χωρίς καν να μπει μέσα ή έστω αν ρίξει μια γρήγορη ματιά εις την ακανόνιστη σε σχήμα αυλή του θα καταλάβει από τα στοιχεία που βρίσκονται ακόμη στερεωμένα στους εξωτερικούς τοίχους, —μονωτήρες, καλώδια, εξατμίσεις μηχανών— και από την ξυλεία που είναι κατασκευασμένα τα τσίγκινα υπόστεγα —κομμάτια ξύλινων στύλων δικτύου— ότι πρόκειται για ένα παλαιό ηλεκτρικό εργοστάσιο.

Δεν -θα μείνει ούτε ελάχιστη αμφιβολία ότι πρόκειται περί υπολειμμάτων εργοστασίου ηλεκτροπαραγωγής εις τον οποιονδήποτε επισκέπτη του κτιρίου τούτου, όταν μπει μέσα και δει το πετρελαιοποτισμένο τσιμέντινο δάπεδο με τους υπονόμους υπογείων καλωδίων, τους λιπαρούς μέχρι ύψους ενός αναστήματος τοίχους από λάδια και γράσα, την καπνισμένη από εξατμίσεις μηχανών οροφή, τις αχάλαγες τσιμεντένιες προεξοχές των βάσεων μηχανών και τον γυμνό από ηλεκτρικά όργανα μαρμάρινο πίνακα διανομής ρεύματος.

Και πράγματι. Αυτό το κτιριακό συγκρότημα που σήμερα χρησιμοποιείται από την Δημοσία Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) σαν αποθήκη ηλεκτρολογικών υλικών, εργαλείων και βαρέως μηχανικού ήταν επί 55 περίπου χρόνια ένας αυτόνομος σταθμός παραγωγής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Ένα εργοστάσιο ηλεκτρικού ρεύματος, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Ένα εργοστάσιο σαν αυτά που υπήρχαν σε κάθε μεγαλούπολη της Ελλάδος μέχρι προ 15ετίας περίπου και που η εξέλιξη της τεχνικής τα άφησε βουβά και άχρηστα. Ένα και το μοναδικό στην πόλη των Τρικάλων εργοστάσιο, που άλλοτε, νύκτα και ημέρα, χωρίς γιορτές και αργίες, χειμώνα και καλοκαίρι, δεκαετίες ολόκληρες, αγκομαχούσε για να καλύψει τις ολονέν αυξανόμενες ανάγκες σε ηλεκτρικό φωτισμό και κίνηση των οικιών και βιοτεχνιών της πόλεως.

Μια πηγή φωτός, μπορούμε να πούμε που έκαμε πιο άνετη τη ζωή και παραγωγική την εργασία των γονέων και πάππων μας Τρικαλινών.

Μια πηγή ενέργειας που βοήθησε πάρα πολύ εις την τεχνοοικονομική ανάπτυξη της περιοχής μας.

Ζούμε σε εποχή τεχνοκρατίας και δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η εξέλιξη της τεχνικής, ιδιαιτέρως δε εις τον τομέα, του εξηλεκτρισμού. Όμως οι πρώτες προσπάθειες εξηλεκτρισμού ήσαν σημαντικές και θα παραμείνουν αξιόλογες, γι’ αυτό και το πέτρινο αυτό αρχιτεκτονικό για την εποχή μας κτίριο της οδού Κανούτα, που περιμένει ημέρα με την ήμερα, όπως και τ’ άλλα κεντρικά παλαιά αρχοντικά την μπουλντόζα να το ισοπεδώσει, μας προκαλεί το ενδιαφέρον ιστορήσεως διότι πράγματι συγκαταλέγεται εις τα πέντε (5) πρώτα ηλεκτρικά εργοστάσια που κατασκευάσθηκαν στην Ελλάδα και το πρώτον εις τον Θεσσαλικό χώρο που χάρισε εις τους Τρικαλινούς το καλύτερο φάρμακο των ματιών, το πολυτιμότερο των αγαθών, τον πιστότερο υπηρέτη των, τον ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΝ.

Ένας εξαίρετος τεχνικός με επιχειρηματικό μυαλό, Θεσσαλός την καταγωγή —κάτοικος Βόλου— ο Μελέτης Κ. Σταματόπουλος Μηχ)γός — Μηχανικός, επισκέφθηκε το 1905 τον τότε Δήμαρχο Τρικκαίων, αείμνηστο Γεώργιο Κανούτα και του εζήτησε την δωρεάν παραχώρηση οικοπέδου εις Τρίκαλα, με σκοπό την ίδρυση και λειτουργία Ηλεκτρικού Εργοστασίου, διαρκείας εκμεταλλεύσεως 50 ετών, υπό τον όρο ότι μετά το πέρας της 50ετίας το όλον έργο εν κινήσει θα περιέρχονταν στον Δήμο Τρικκαίων.

Μία τοιαύτη προσφορά διά την πόλη των Τρικάλων, δεν θα άφηνε αδιάφορο τον προοδευτικότατο και δημιουργικότατο εκείνο εκπρόσωπο της πόλεως Τρικάλων.

Κατόπιν συμφώνου γνώμης και τον άλλων αξιότιμων τότε συμβούλων του Δήμου, εγένετο δεκτή η αίτηση του Μ. Σταματόπουλου, και υπεγράφη η σχετική σύμβαση.

Δεν είναι γνωστά λόγω καταστροφής του αρχείου του Δήμου Τρικκαίων η ακριβής ημερομηνία υπογραφής της συμβάσεως ως και η ημερομηνία θεμελιώσεως του εργοστασίου. Είναι όμως γνωστά η χρονολογία περατώσεως του όλου έργου και η έναρξη της λειτουργίας του εργοστασίου.

Το 1906 ετέθη εις λειτουργία το εργοστάσιο, αφού περατώθηκαν όλες οι προβλεπόμενοι εις την σύμβαση κτιριακές, μηχανολογικές και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, ήτοι: α) Το κτίριο ως έχει περίπου σήμερον, πλην της ανατολικής πτέρυγας αυτού, η οποία ξανακτίστηκε, λόγω βομβαρδισμού επί κατοχής και μικροπροσθηκών που έγιναν κατά την μετέπειτα βελτίωση του εργοστασίου, β) Η τοποθέτησις τριών ηλεκτροπαραγωγών μονάδων αποτελουμένων εκ τριών αεριομηχανών (γκαζοζέν) και ισαρίθμων γεννητριών συνεχούς ρεύματος 220 βολτ συνολικής ισχύος 120 κιλοβάτ, γ) Ο πίναξ διανομής ρεύματος εκ μαρμάρου και δ) Το απαραίτητο διά την ηλεκτροδότηση, κατά το πρώτον στάδιον, του κεντρικού τμήματος της πόλεως ηλεκτρικό δίκτυο φωτισμού.

Την επίβλεψη της κατασκευής ως και την επί σειράν ετών επίβλεψη της λειτουργίας του εργοστασίου είχε ο ίδιος ο Μελέτης Σταματόπουλος με βοηθό τον θαυμάσιο εκείνον εμπειροτέχνη μηχανοδηγό Στάθη Λεύκα, τον μάστρο-Στάθη, τον μουστακαλή, όπως τον αποκαλούσαν αργότερα.

Οι γεροντότεροι, μας πληροφόρησαν, ότι το Τρικαλινό κοινό εδέχθη τότε με απερίγραπτο χαρά το παράξενο αυτό φως που περνά μέσα από τα σύρματα, χωρίς τον παραμικρό θόρυβο, χωρίς να φαίνεται και να μυρίζει, χωρίς ο αέρας να μπορεί τη λάμπα να σβήνει και αυτή λαμπρό φως να δίνει.

Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από πολλά Τρικαλινά σαλόνια, αφαιρέθηκαν οι γκαζόλαμπες και τα λουξ και κρεμάστηκαν τα ορειχάλκινα αλυσιδωτά αμπαζούρ και το κουτσομπολιό, άνετα πλέον, συνεχίζονταν μέχρι τις πρωινές ώρες.

…Τι να σου πω χρυσή μου, έλεγε κάποια Τρικαλινή κυρία στη φίλη της, που πριν λίγες μέρες είχε πάρει ηλεκτρικό φώς. «Πήγα στην Πόπη προχθές και δεν μπορούσα να μείνω… Απορώ πως υποφέρουν οι άνθρωποι αυτοί με την γκαζόλαμπα… Άλλες πάλι νεοφώτιστες κυρίες, έλεγαν μεταξύ τους:

—Βλέπω Λίτσα μου και η δική σου η ηλεκτρική λάμπα, δεν καπνίζει. Λες να είναι τόσο καθαρό το ρεύμα!…

—Μαίρη μου, μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπέρασμα, το εργοστάσιο… είναι καινούργιο ακόμη… Και άλλα πολλά.

Μόνο στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων, παρέμεινε για λίγο καιρό ακόμη η μεγάλη λάμπα ασετιλίνης που μοναδικός για το άναμμα και την συντήρηση ήταν ο Εβραίος φανοποιός, άφθαστος όπως μας πληροφορούν, στην τέχνη του, Αβραάμ Σαλέμ, και τα λαδοφάναρα που ήταν κρεμασμένα στις γωνίες των κεντρικών τετραγώνων.

Η πλημμύρα του 1907 πέρασε και από μέσα από το ηλεκτρικό εργοστάσιο. Ευτυχώς χωρίς σοβαρές ζημίες. Μόνον σε γενικό καθάρισμα των μηχανών ανάγκασε τον μάστρο-Στάθη και τον Μ. Σταματόπουλο, να φέρει επειγόντως νέο πετροκάρβουνο, γιατί όσο υπήρχε στην αποθήκη, το παρέσυρε η νεροποντή.

Κατά την αποξήλωση μιας μηχανής που έγινε υστέρα από 25 περίπου χρόνια, βρέθηκε στον πάτο της βάσεως της 30 πόντους λούνη (άμμος και χώματα) στεγνή βέβαια, κατάλοιπο της πλημμύρας και μέσα στη λούνη ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι με μεταξωτή φούντα (κάποιου λεβεντόγερου τότε και σήμερα μακαρίτη. Άλλοι μας πληροφορούν ότι το κομπολόι ήταν μέσα σ’ ένα τσαρούχι που βρέθηκε στη λούνη. Ας είναι και έτσι.

Τα πρώτα χρόνια, το εργοστάσιο λειτούργησε κανονικώς και με εξαιρετικό βαθμό αποδόσεως. Δεν σημειώθηκαν ανωμαλίες και βλάβες στις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις και τα οικονομικά οφέλη της επιχειρήσεως ήταν ικανοποιητικά.

Η εφαρμογή της κατ’ αποκοπή χρεώσεως της καταναλώσεως ηλεκτρικής ενεργείας, απάλλαξε την επιχείρηση από τις δαπάνες εγκαταστάσεως μετρητών, μηνιαίων ενδείξεων κλπ., δαπανών παρακολουθήσεως πελατών.

Στην πρώτη πενταετία τέσσερις τακτικοί υπάλληλοι ήσαν αρκετοί για τη λειτουργία του ηλεκτρικού εργοστασίου.

Ο Στάθης Λεύκας, μηχανοδηγός, ως συντηρητής των μηχανών, ο Στέφανος Μωραΐτης ηλεκτρολόγος ως ταμπλαδώρος και συντηρητής των γεννητριών, ο Ιωάννης Ακύλας ηλεκτρολόγος, ως συντηρητής του εξωτερικού δικτύου και ο Δημήτριος Κρεαμάδης, διοικητικός υπάλληλος, ως αναπληρωτής διευθυντής και εισπράκτορας συγχρόνως.

Στατιστικά στοιχεία λειτουργίας και πείρα δύο μόνο ετών ήσαν αρκετά για τον Μελέτη Σταματόπουλο και επιχειρεί ίδρυση δευτέρου εργοστασίου ηλεκτροφωτισμού το 1909—1910 στην Καρδίτσα, όμοιο των Τρικάλων και με την ιδίαν περίπου σύμβαση εκμεταλλεύσεως.

Σημειούμεν ότι η Λάρισα και ο Βόλος εξυπηρετούνταν από εργοστάσια φωταερίου όπως και άλλες πόλεις της Ελλάδος.

Τα αρχικώς εγκατασταθέντα στο εργοστάσιο μηχανήματα ηλεκτροφωτισμού λειτούργησαν επί μίαν 25ετίαν και πλέον με άριστα αποτελέσματα διά την τότε ποιότητα κατασκευής αυτών.

Ο τότε ρυθμός προόδου και εξελίξεως, βεβαίως, δεν δύναται να συγκριθεί με τον σημερινό. Όμως η 25ετία δεν είναι μικρά χρονική διάρκεια. Η πόλις των Τρικάλων επεκτάθηκε και τα καταστήματα πολλαπλασιάστηκαν. Οι ανάγκες σε φωτισμό αυξήθηκαν. Τα μηχανήματα είχαν φθαρεί. Εφεδρική μονάδα σε περίπτωση βλάβης, δεν υπήρχε.

Η υπογραφείσα σύμβαση ηλεκτροφωτισμού, προέβλεπε την ηλεκτροδότηση όλων των καταστημάτων και οικιών που ανήκουν στην Β’ ζώνη του ισχύοντος σήμερον ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Τρικάλων και ακόμη περισσότερο σε μερικά πυκνοκατοικοιμένα τότε σημεία της πόλεως.

Έτσι, το 1929 υστέρα δηλαδή από 22 χρόνια, έχομε την πρώτη ενίσχυση τού μηχανοστασίου και την έναρξη της βελτιώσεως και επεκτάσεως του δικτύου.

Η επιχείρηση Σταματόπουλου ερχόμενη σε επαφή με τον γερμανικό οίκο Μανχάϊμ—Μπένς συμφωνεί την εγκατάσταση ενός ηλεκτροπαραγωγού ζεύγους ισχύος 100 κιλοβάτ. Πράγματι, την Άνοιξη του 1929 έρχεται στα Τρίκαλα ο Γερμανός μηχανικός Μαξ Κούρσοβιτς, ένας σωματώδης και επιβλητικός άνδρας με επιστημονικό μυαλό και μαστορικά χέρια και αρχίζει την τοποθέτηση των νέων μηχανήματων.

Το ηλεκτροπαραγωγό τούτο ζεύγος αποτελείτο από πετρελαιομηχανή M.W.M. βαρέως τύπου (6 τόνοι μόνο ο σφόνδυλος) ισχύος 150 ίππων 250 στροφών και γεννήτρια ΣΗΜΕΝΣ 220)100 K.W.

Για να εγκατασταθεί η μηχανή αυτή, ο Γερμανός Μαξ, κατασκεύασε θεμελίωση εκ μπετόν – αρμέ βάθους 2,5 μέτρων.

Η εγκατάσταση της μηχανής, περατώθηκε πολύ γρήγορα και η δοκιμαστική λειτουργία έγινε μετά τρίμηνο περίπου από της ενάρξεως τοποθετήσεως. Ο Γερμανός μηχανικός, παρέμεινε στα Τρίκαλα, μέχρι το 1936, με 2,5 έως 3 έτη ενδιαμέσου απουσίας, γιατί ο γερμανικός οίκος, είχε αναλάβει την σταδιακή αντικατάσταση και επέκταση του δικτύου.

Η περίοδος 1929—1936, χαρακτηρίζεται ως εποχή ριζικής αλλαγής και εκσυγχρονισμού του ηλεκτρικού εργοστασίου Τρικάλων. Εγκαταστάθηκαν κατά την περίοδο αυτή τέσσερα (4) ηλεκτροπαραγωγά συγκροτήματα πετρελαιοκίνητα (ΔΗΖΕΛ) γερμανικής προελεύσεως τύπου MWM—ΒΕΝΣ 150, 100, 135 ίππων και ΝΑΣΙΟΝΑΛ 75 ίππων, άπαντα με σύστημα εκκινήσεως διά πεπιεσμένου αέρος, με αυτοματισμούς γεννητριών κλπ., συγχρόνων, τότε, μέσων προστασίας και ελέγχου ηλεκτροπαραγωγών μονάδων.

Έγινε, επίσης, τελεία ανακαίνιση τού δικτύου. Χρησιμοποιήθηκαν αγωγοί χάλκινοι μέχρι διατομής 120 τ.χ. και κατασκευάσθηκαν τέσσερα τροφοδοτικά κέντρα με γενικές ασφαλείας τύπου χειρολαβής (πατρόνες) μέχρι 600 Αμπέρ.

Τα τροφοδοτικά αυτά κέντρα είχαν εγκατασταθεί επί σιδηρών δικτυωτών ιστών βαρέως τύπου και στις ακολούθους θέσεις: 1) Στην οδό Λαρίσης, έναντι οικίας Μπαλλιάκου. 2) Στην οδό σιδηροδρόμου (Ασκληπιού) έναντι της σημερινής πλατείας Χατζηπέτρου. 3) Στην περιοχή «Τσαγκαράδικα» (χρησιμοποιούμε την τότε ονοματολογία), δηλαδή στην πλατεία 25ης Μαρτίου και 4) Στην Αγορά ή Χασάπικα, όπισθεν του νεοκατασκευασθέντος Δημαρχιακού Μεγάρου, επί του πεζοδρομίου της οδού Σιδηράς Μεραρχίας.

Τοποθετήθηκαν νέοι στύλοι ξύλινοι και σε μεγάλες γωνίες του δικτύου σιδερένιοι δικτυωτοί χωρίς βέβαια να τηρηθεί αυστηρώς το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως —πολλοί θα ενθυμούνται την σιδηροκολώνα επί του καταστρώματος της οδού Βύρωνος, έναντι τυπογραφείου Πανουργιά.

Τοποθετήθηκαν, επίσης, επί των στύλων φανοστάτες μετά σκιάδας εμαγιέ αντικαταστάθηκαν οι παροχετεύσεις και γενικώς το δίκτυο έδινε την όψη πραγματικού δικτύου ηλεκτροφωτισμού πόλεως και όχι σύρματα και καλώδια διερχόμενα μπροστά από μπαλκόνια και μέσα από αυλές σπιτιών που σήμερα αν τα βλέπαμε θα τα νομίζαμε ότι τοποθετήθηκαν μάλλον για άπλωμα ρούχων.

Όπως για κάθε καλό έργο τέχνης που βλέπουμε, ενδιαφερόμαστε να μάθουμε τον κατασκευαστή του ή αντιστρόφως, ο κατασκευαστής ενός αξιόλογου έργου προσπαθεί σέ κάθε ευκαιρία να μας το παρουσιάσει, έτσι και εδώ έχουμε την ακόλουθο διαμειφθείσα το 1955 συζήτηση σχετική με την κατασκευή του νέου τούτου δικτύου.

«Α’ όλα κι’ όλα. Το ιδίκτυον (δίκτυον) αυτό το έκανα εγώ…

—Μόνον σκέδια (σχέδια) με έδινε ο Γερμανός Μαξ. Ρώτησε τα παιδιά (εννοούσε τους τεχνίτες) να σ’ πουν». Αυτά είπε αυτολεξεί στον γράφοντα ο μακαρίτης μάστρο-Νικόλας Λασπόπουλος ένας μικρός το δέμας αλλά πολύξερος για την εποχή του, πρακτικός ηλεκτρολόγος, μοναδικός στην επισκευή των ηλεκτρικών μετρητών (ωρολογίων ρεύματος) θαυμάσιος εργοδηγός και ελεγκτής τελευταίως (1955) των εξωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, από τους παλαιοτέρους τεχνίτες της ηλεκτρικής Σταματόπουλου (προσελήφθη το 1913). Και ο ισχυρισμός αυτός του μάστρο-Νίκου ήταν αληθής.

Το 1935 άφησε την ύστατη της πνοή και η τελευταία εναπομείνασα αεριομηχανή (γκαζοζέν) ·

Τότε σταμάτησε και η εργολαβία «Λίβα» που επί χρόνια ολόκληρα είχε αναλάβει την μεταφορά ανθρακίτου με κάρα από το σιδηροδρομικό σταθμό — Ηλεκτρική και όπως μας πληροφόρησε ο τότε καροτσέρης της εργολαβίας αυτής και αργότερα μηχανοδηγός της Ηλεκτρικής Απόστολος Χατζής, ησύχασαν και οι νοικοκυρές της οδού σιδηροδρόμου από την φροντίδα να παρακολουθούν τα κάρα με την καρβουνόσκονη για να κανονίσουν το άπλωμα των φρεσκοπλυμένων ρούχων των ή από το ήλιασμα των σκεπασμάτων.

Πολλές όμως ήταν και οι νοικοκυρές που στερήθηκαν το πεντακάθαρο ζεστό νερό που έτρεχε από τις γκαζομηχανές εκεί στην όχθη του Ληθαίου και που δεν πλέναν μόνον ρούχα, αλλά ζεματούσαν και κοκόρια.

Επίσης από τον μηχανοδηγό Χρήστο Χριστάκο τον άξιο αντικαταστάτη του μαστρο—Στάθη από το 1949 και εντεύθεν, ακούσαμε μια ενδιαφέρουσα ιστοριούλα σχετική με την αποξήλωση της τελευταίας γκαζοζέν, που φανερώνει για άλλη μια φορά την αγάπη και τον πόνο του ανθρώπου προς τα άψυχα μέσα που καθημερινώς χρησιμοποιεί ή βασανίζεται με αυτά για να βγάλει τον επιούσιο.

Την αναφέρουμε χωρίς την παραμικρά διαφοροποίηση.

Την ημέρα που θα καταστρέφονταν η τελευταία γκαζοζέν, ο μαστρο-Στάθης την έβαλε μπρος και υστέρα από λίγο βγήκε έξω από το μηχανοστάσιο. Όλοι απορήσανε για την ενέργεια αυτή του μάστορα, διότι δεν υπήρχε κανείς λόγος να λειτουργεί εκείνη την ώρα μηχανή. Βγαίνοντας ο μαστρο—Λεύκας φώναξε το Xριστάκο, τον νεότερο τότε μηχανοδηγό (είχε προσληφθεί το 1931) και του είπε: «Άντε ωρέ Χρήστο, πήγαινε σταμάτησε την. Εγώ πάω για ένα καφέ και ώσπου να γυρίσω, εσείς βάλτε μπρος και ξηλώστε την. Περιμένουμε το μπόγια τον Ανδρέα Τσιάτσιο να τη σπάσει. Δεν θέλω βρε να την κομματιάσει πάνω στη βάση της».

Με το αιτιολογικό της ριζικής αλλαγής και εκσυγχρονισμού του εργοστασίου ως και της επεκτάσεως του δικτύου, πέραν της προβλεπόμενης υπό της αρχικής συμβάσεως περιοχής η Επιχείρηση Σταματόπουλου πέτυχε τότε παράταση της αρχικής 50ετούς συμβάσεως επί 15 εισέτι έτη.

Από το 1935 μέχρι σχεδόν του πολέμου του 1940, το εργοστάσιο λειτουργούσε με δύο βάρδιες. Οι μηχανές δηλαδή δούλευαν τις απογευματινές και νυκτερινές ώρες, ο δε ηλεκτροφωτισμός της πόλεως ήτο συνεχής καθ’ όλο το 24ωρο. Τούτο επιτυγχάνετο δια της χρησιμοποιήσεως συσσωρευτών (μπαταρίες) που είχαν εγκατασταθεί στο μηχανοστάσιο και οι οποίες φορτίζονταν κατά τις ώρας ελάχιστου φορτίου των μηχανών.

Το σύνολο των καταναλωτών την εποχή αυτή δεν υπερέβαινε τους 1.000 και οι ημερήσιοι ήταν μόνο η Τ.Τ.Τ. Υπηρεσία (Ο.Τ.Ε. και Ταχυδρομείου σήμερα). Τα τυπογραφεία των εφημερίδων και από νωρίς το απόγευμα ο κινηματογράφος REX.

Οικιακές ηλεκτρικές συσκευές δεν είχαν ακόμη εμφανιστεί.

Ο πόλεμος του 1940—41 και εν συνεχεία η κατοχή άφησαν και στο ηλεκτρικό εργοστάσιο την συμφορά των. Από βομβαρδισμό καταστράφηκε η ανατολική πλευρά του κτιρίου και τμήματα κεντρικών σημείων δικτύου, χωρίς ευτυχώς ανεπανόρθωτες ζημιές. Κατά την ζοφερά εκείνη εποχή της κατοχής και μέχρι του 1945, πολλές μπόρες και συμφορές έπληξαν μηχανές και προσωπικό του ηλεκτρικού εργοστασίου.

Περιοριζόμενοι στον σκοπό της ιστορήσεώς μας, σημειούμεν ότι, κατά την περίοδο αυτή πάρα πολλές βραδιές η πόλη των Τρικάλων έμεινε στο σκότος λόγω ελλείψεως όχι μόνον καυσίμων — λιπαντικών, άλλα και προσωπικού τεχνικού και διοικητικού.

Από τον Χαΐμ Σαλέμ του Αβραάμ, Τρικαλινό Εβραίο, αρχαιότερο διοικητικό υπάλληλο (προσελήφθη το 1935), τον υπηρετήσαντα πιστώς την Ηλεκτρική επί 1/3 του αιώνος (έτσι συνήθιζε να λέγει) πληροφορούμαστε ότι πριν της κατοχής υπηρέτησαν ως Δ/ντές της Ηλεκτρικής Εταιρείας Τρικάλων «Μ.Κ. Σταματόπουλου και Υιοί» όπως έλαβε την ονομασία η επιχείρηση Σταματόπουλου μετά το θάνατο του Μ. Σταματόπουλου, ο Δ. Κρεαμάδης που προαναφέραμε, ο Δρόσος Xρύσης και κατά την περίοδο του Ελληνοιταλικού πολέμου ο Μιχάλης Παπαναστασόπουλος. Ο τελευταίος έφυγε στην κατοχή και η Η.Ε. Τρικάλων ευρέθη για ένα χρονικό διάστημα άνευ Δ/νσεως.

Οι Γερμανοί ζήτησαν την κεφαλή επί πίνακι παντός εργαζομένου στην Ηλεκτρική εάν εντός επτά ημερών δεν επαναλειτουργήσει ο φωτισμός σε ορισμένα σημεία της πόλεως. Έτσι περίπου διερμήνευσε την διαταγή του Γερμανού Διοικητού, τότε, η Έλλη Θεοδοσοπούλου.

Το ζόρι βγάζει λάδι, λέει μια παροιμία. Και λάδι και πετρέλαιο για τις μηχανές μπορούμε να συμπληρώσουμε την λαϊκή αυτή ρήση, στην ειδική ταύτη περίπτωση. Και ο φωτισμός δόθηκε μια ήμερα πριν και σε περισσότερα μάλιστα σημεία της πόλεως, αφού οι τεχνίτες εναερίτες και μη της Ηλεκτρικής κρατήθηκαν γαντζωμένοι επάνω στους στύλους σαν τις μαϊμούδες επί πέντε ολόκληρες νύκτες, με τους Γερμανούς από κάτω και με τον δάκτυλο στην σκανδάλη.

Ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός πού ανάγεται σε μετακατοχική μεν αλλά επίσης θλιβερά εποχή του εθνικού σπαραγμού και το οποίο έχει σχέση με την έλλειψη καυσίμων — λιπαντικών και την παρ’ ολίγον πρόωρο καταστροφή των μηχανών του μηχανοστασίου είναι το ακόλουθο.

Για την αντιγραφή: Σ.Α. Μπακοβασίλης