Δήμος Τρικκαίων

Η κλοπή ιερού Ευαγγελίου από την Μονή Ντουσίκου

17 Ιουνίου 2021

ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΝΤΟΥΣΙΚΟΥ ΕΚΛΑΠΗ ΙΕΡΟΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΞΙΑΣ

Τούτο έφερε υπογραφή του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου. – Επί τόπου μετέβησαν ο Σεβασμιότατος, αξιωματικοί της Χωροφυλακής και εις εμπειρογνώμων. – Προανεκρίθη ο ηγούμενος της Μονής. – Που στρέφονται αι υπόνοιαι των αρχών.

Τον Απρίλιο του 1959 εκλάπη από τη Ιερά Μονή Ντουσίκου (Ιερά Μονή Αγίου Βησσαρίωνος) χειρόγραφο Ευαγγέλιο με την υπογραφή του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου ανεκτίμητης αξίας.

Σχετικώς με την κλοπή χειρογράφου ιερού Ευαγγελίου εκ μεμβράνης φέροντος την υπογραφή του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου από την ιερά Μονή Ντουσίκου της περιφερείας μας, και το οποίον είναι ανεκτίμητου ιστορικής αξίας, συγκεντρωθείσαι υφ’ ημών πληροφορίες αναφέρουν τα κατωτέρω:

Την παρελθούσα Παρασκευή επεσκέφθη την ιερά Μονή Ντουσίκου μοναχός εξ’ Αγίου Όρους, όστις γενόμενος δεκτός υπό του ηγουμένου της Μονής Παίσίου Κοντοπούλου φιλοξενήθηκε και διανυκτέρευσε εκεί την νύκτα της Παρασκευής.

Την πρωία του Σαββάτου ο μοναχός, προκειμένου να αναχωρήσει, παρεκλήθη υπό του ηγουμένου Παίσίου να μεταβούν εις το σκευοφυλάκιο και ίδει μερικά ιερά σκεύη των βυζαντινών χρόνων μεγάλης αξίας.

Σημειούμεν ενταύθα ότι διά να εισέρθει κανείς εις το σκευοφυλάκιο πρέπει να περάσει από δύο πόρτες, εκάστη* των οποίων κλειδώνεται με δύο κλειδιά μεγάλα τα οποία πάντοτε φέρει εις το ζωνάρι του ο ηγούμενος και ουδέποτε τα αποχωρίζεται. Επίσης το σκευοφυλάκιο έχει δύο παράθυρα ύψους 8 μέτρων από την έξω επιφάνεια της γης.

Όταν ο ηγούμενος άνοιξε τις δύο πόρτες κατευθύνθηκε εις τον θρόνο του Αγίου Βησσαρίωνος, όστις είναι μεγίστης Ιστορικής αξίας και άνοιξε ένα ντουλάπι, από το οποίον παρέλαβε την εικόνα αητού μεγάλης επίσης αξίας και πλησίασε εις το παράθυρο, ίνα εις το φώς την ίδει καλλίτερα ο συνοδεύων αυτόν μοναχός εξ’ Αγίου Όρους.

Μόλις έφτασε στο παράθυρο και είδε να είναι βγαλμένες 4 σιδεριές έπεσε κάτω και εφώναξε: «αχ το Ευαγγέλιο» εγερθείς δε αμέσως έσπευσε και άνοιξε ένα μπαούλο, από το οποίον διαπίστωσε ότι έλειπε το χειρόγραφο ιερόν ευαγγέλιο εκ μεμβράνης, το φέρον την υπογραφή του Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου.

Ο εξ’ Αγίου Όρους μοναχός συνέστησε εις τον ηγούμενο να μη διαδώσει την διάρρηξη και κλοπή με την ελπίδα μήπως οι άγνωστοι επανέλθουν διά την κλοπή και άλλων ιερών σκευών, οπότε είναι ενδεχόμενο να συλληφθούν.

Κατά τας αυτάς πληροφορίας μας η κλοπή ανεφέρθη εις την Ιερά Μητρόπολη και Διοίκηση Χωροφυλακής και επί τόπου μετέβησαν ο Σεβασμιότατος, ο υποδιοικητής της Διοικήσεως κ. Αντωνίου, ο διοικητής της Υποδιοικήσεως Πύλης κ. Ζιώγας μετά εμπειρογνώμονος, διαπιστώθηκαν δε τα κατωτέρω:

Ο ηγούμενος Παΐσιος Κοντόπουλος ισχυρίζεται ότι οι δράστες ανήλθαν με σκάλα μέχρι του παραθύρου και έκοψαν τις σιδεριές. Ότι υπάρχουν και άλλα ιερά σκεύη μικρότερα μεν εις μέγεθος, μεγαλυτέρας όμως αξίας του κλαπέντος Ευαγγελίου, ως είναι το δισκοπότηρο, ο Εσταυρωμένος και άλλα.

Εκ της ενεργηθείσης όμως αυτοψίας αποδεικνύονται τα κατωτέρω:

Τα τέσσερα σίδερα του παραθύρου, τα οποία κόπηκαν με σιδεροπρίονο έλειπαν, όπως έλειπε και η σκάλα. Και ερωτάται:

Οι δράστες ή ο δράστης μετά την κλοπή υπήρχε λόγος να πάρει μαζί του και τις σιδεριές και την σκάλα;

Τα ρινίσματα των σιδεριών γιατί να ευρίσκονται προς τα έξω και όχι προς τα μέσα, εάν ο δράστης τας έκοπτε εκ των έξω;

Διατί να μη χαλάσουν οι αράχνες με την είσοδο του δράστη εκ των έξω;

Διατί ο εξωτερικός τοίχος να μη φέρει ίχνη της σκάλας, ή χάλασμα της ασβέστης με την τοποθέτηση εξωτερικώς της σκάλας;

Εάν οι σιδεριές εκόβοντο την νύκτα, θα ήτο τόσον ,πετυχημέναι και θα συνέπιπταν εις εν σημείο αι δύο ένθεν και εκείθεν τομαί της σιδεριάς;

Διατί ο ηγούμενος εξεφώνησε «αχ το Ευαγγέλιο» και δεν ανέφερε άλλα ιερά σκεύη μεγαλύτερης από αυτό αξίας;

Διατί ο κλέπτης να μην πάρει άλλα σκεύη μικρότερα εις όγκο και μεγαλύτερης αξίας.

Πως γνώριζε ο κλέπτης ότι το Ευαγγέλιο ευρίσκετο εις ορισμένο μπαούλο και δεν ερεύνησε και τα άλλα 8—10, που είναι τοποθετημένα εις το σκευοφυλάκιο; Δεν θα τα άνοιγε και ανακάτωνε και αυτά;

Πάντα ταύτα στρέφουν τας υπόνοιας προς το πρόσωπον του ηγουμένου, αυτό δε διαπιστούται και από τας ενεργηθείσας προανακρίσεις.

Ειδικότερα αναφέρεται ότι ο ηγούμενος Κοντόπουλος εθορυβήθη από την δημοσιευθείσα επιστολή εις τον τοπικό Τύπον του προέδρου του ΕΜΟΤ κ. Άχιλ. Καρανάσιου και την άπάντηση τής Ιεράς Μητροπόλεως διά τον £έλεγχόν και καταγραφή των ιερών κειμηλίων των Μονών και πιθανόν να σκηνοθέτησε την κλοπή, η οποία απεδείχθη ότι διεπράχθη προ καιρού.

Ο ηγούμενος κατά την προανάκρισίν του ηρνήθη επιμόνως και τόνισε «ο Άγιος ξέρει».

Οι προανακρίσεις συνεχίζονται.


ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣ ΔΙΑΦΥΛΑΞΙΝ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΙΝ ΤΩΝ ΚΕΙΜΗΛΙΩΝ ΤΩΝ ΜΟΝΩΝ

Ανυπολόγιστος η αξία του κλαπέντος Ευαγγελίου

Ελάβομεν και δημοσιεύομε την κατωτέρω λίαν ενδιαφέρουσα επιστολή του εκλεκτού συνεργάτου μας κ. Αχιλ. Kαρανάσιου:

Κύριε Διευθυντά,

Η κοινωνία της πόλεως και του νομού μας δοκίμασε βαθύτατη και βαρεία οδύνη, συγκίνησίν και ανησυχία, από την καταπληκτική είδηση, ότι το χειρόγραφο Ευαγγέλιον του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, το οποίον απετέλει το παγκοσμίως γνωστόν και φωτεινό κόσμημα του σκευοφυλακίου της Ιστορικής Μονής Ντουσίκου, εκλάπη και δεν υπάρχει ήδη μεταξύ των αρχαιολογικών θησαυρών της περιοχής μας.

Είναι τούτο μαθηματικώς αποτέλεσμα της επί μίαν ολόκληρο δεκαπενταετία αποκρύψεως των ανυπολογίστου αρχαιολογικής αξίας κειμηλίων των Μονών μας από τα όμματα του κοινού μας, τα αίτια της οποίας θα εξιχνιάσουν ήδη οι αρμόδιοι.

Το εν λόγω ιερόν Ευαγγέλιον ήτο ιδιόχειρο χειρόγραφο του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Κωνσταντίνου του Ζ’ ή Πορφυρογέννητου, ο οποίος εγεννήθη το 905 μ.Χ. Από πατέρα Λέοντα τον Σοφόν και απέθανε δηλητηριασθείς από τον υιό του Ρωμανό το 959 μ.Χ. Ο Πορφυρογέννητος ήτο λόγιος, συγγραφεύς και καλλιτέχνης, είχε φιλοτεχνήσει δε το κλαπέν Ευαγγέλιον εις μεμβράνη μικρού σχήματος (τσέπης) και εις το τέλος αυτού είχε θέσει ιδιόχειρο την υπογραφή του. Η αξία του η αρχαιολογική και χρηματική ήτο ανυπολόγιστος, δεν υπήρχε δε αρχαιολόγος, ερευνητής, επιστήμων, λόγιος, δημοσιογράφος ή απλούς τουρίστας, ο οποίος να μη το γνώριζε, να μη εξέφραζε τον θαυμασμό του διά τούτο και να μη έγραψε σχετικώς. Τούτο ανήκε μάλλον εις το σκευοφυλάκιο του Βυζαντινού Ναού της Πόρτα Παναγιάς (1283μ.Χ.) και μετεφέρθη με άλλα κειμήλια εις την Μονήν Ντουσίκου το 1854 μ.Χ. διά μεγαλυτέραν ασφάλεια, ότε η εκκλησία της Πόρτα Παναγιάς υπέστη ζημίας από σεισμό ή πυρκαγιά.

Το ενδιαφέρον ήδη των αρμοδίων θα πρέπει να στραφεί και προς τα κειμήλια των άλλων Μονών μας, ιδία δε των Μετεώρων, διά τα οποία ο αείμνηστος ακαδημαϊκός, βυζαντινολόγος και βαθύς ερευνητής και μελετητής αυτών Νίκος Βέης είχε ανακοινώσει προ ετών ότι τα ερεύνησε ένα προς ένα και είχε συντάξει κανονικό και λεπτομερές πρωτόκολλο.

Το υπουργείο Παιδείας εν προκειμένω έχει καθήκον, μετά την διαπιστωθείσα κλοπή του Ευαγγελίου του Πορφυρογέννητου, όπως αποστείλει ενταύθα έγκαιρα τον κ. Όρλάνδο και άλλους ειδικούς, ίνα επιληφθούν του ανακύψαντος σοβαρότατου ζητήματος αρχαιοκαπηλίας όσον αφορά εις τα ιερά κειμήλια των Μονών μας.

Ευχαριστών δια την φιλοξενίαν

ΑΧΙΛ. Γ. ΚΑΡΑΝΑΣΙΟΣ


«ΟΥΔΕΝ ΚΑΚΟΝ ΑΜΙΓΕΣ ΚΑΛΟΥ»

Το κρούσμα αρχαιοκαπηλίας εις τον νομό μας, πρέπει να προσελκύσει την προσοχή τού υπουργείου Παιδείας, των ενταύθα αρμοδίων αρχών, ως και του Σεβασμιότατου και να ληφθούν επί του γενικότερου θέματος των ιερών κειμηλίων αι δέουσαι αποφάσεις, ώστε και να μη επαναληφθούν παρόμοιες πράξεις εις το μέλλον και να ικανοποιηθεί το από πολλού γενικό αίτημα να αποτελέσουν ταύτα μουσειακό θησαυρό εις την διάθεσή του κοινού.

Έπρεπε, βέβαια, το τελευταίο αυτό να είχε γίνει προ πολλού, οπότε πιθανότατα να μη εσημειώνετο και η πρόσφατος κλοπή του τοσαύτης ιστορικής αξίας χειρογράφου ευαγγελίου. Ως τόσον, καίτοι λυπούμεθα βαθύτατα διά την απώλεια του εν λόγω ιερού κειμηλίου, που απετέλει αληθινόν κόσμημα διά τον αρχαιολογικόν θησαυρόν του τόπου μας, φθάνομεν να είπωμεν ότι «Ουδέν κακόν αμιγές καλού» ότι δηλαδή καθ’ αυτό το πρόσφατον κρούσμα αρχαιοκαπηλίας κατέστησε τόσον επείγον το όλον ζήτημα των ιερών κειμηλίων του νομού μας, ώστε δεν είναι δυνατόν παρά να αντιμετωπισθεί τούτο άνωθεν ριζικώς και οπωσδήποτε σύμφωνα με τας προσδοκίας όλων μας.


Στη στήλη «Ελεύθερα»

ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟ ΤΑΧΥΤΕΡΟΝ

Είναι ανάγκη το Κουρσούμ Τζαμί να παραχωρηθεί το ταχύτερο και να μεταβληθεί εις Μουσείο. Και εις αυτό να συγκεντρώνονται όχι μόνον τα αξιόλογα αρχαιολογικά ευρήματα του τόπου μας, αλλά να συγκεντρωθούν και αυτά τα μεγίστης αξίας ιερά κειμήλια των ιερών μονών της περιοχής μας. Αυτό συμφέρει και εις την πόλιν και τον τουρισμό γενικότερο και αυτό επιβάλλεται να γίνει εάν θέλομε και τουρίστας και εκδρομείς να προσελκύσομε και κάθε κίνδυνος κλοπής ή φθοράς να εξαλειφθεί. Το κρούσμα κλοπής, το σημειωθέν τελευταίως εις την Ιερά Μονή Ντουσίκου υποχρεώνει τους αρμοδίους να σπεύσουν και μεταβάλουν το Κουρσούμ Τζαμί εις Μουσείο.

 


ΤΑ ΚΕΙΜΗΛΙΑ

Απογευματινή συνάδελφος των Αθηνών, εις προχθεσινό σχόλιόν της εν σχέσει με την κατ’ αυτάς κλοπή εκ της ιεράς μονής Ντουσίκου του χειρογράφου Ευαγγελίου του Αυτοκράτορος Πορφυρογέννητου -του οποίου η αξία είναι πράγματι ανυπολόγιστος και απετέλει διά τούτο κόσμημα διά τον αρχαιολογικό-θρησκευτικό θησαυρό του τόπου μας— υποστηρίζει την άποψη, ότι η θέση τούτου, ως και άλλων παρομοίων κειμηλίων, ήτο εις το Βυζαντινό Μουσείο. Δηλαδή, εν πολλοίς, η αθηναϊκή συνάδελφος ζητεί όπως τα κειμήλια του νομού μας μεταφερθούν εις Μουσεία του κέντρου.

Ομολογούμε ότι η ως άνω άποψις του «Έθνους», η οποία διατυπώθηκε πιθανότατα άνευ σοβαράς σκέψεως και οπωσδήποτέ χωρίς ο συντάκτης της να έχει την παραμικρά γνώσιν περί το όλον θέμα της κατά το δέον αξιοποιήσεως των ιερών κειμηλίων των διαφόρων μονών, προκάλεσε κατάπληξιν, αν όχι αγανάκτηση, εις την δημόσια γνώμη τής πόλεώς μας, η οποία διαφορετική προβολή του εν θέματι ζητήματος ανέμενε από τον αθηναϊκό Τύπο, του οποίου είναι ένθερμος υποστηρικτής. Και λυπούμεθα αληθινά διότι μία σοβαρά εφημερίς ως το «Έθνος» διέπραξε το ασυγχώρητο σφάλμα να ζητεί, προς όφελος φυσικά του κέντρου και εις βάρος της τουριστικής προόδου τής επαρχίας, η οποία, εν τελευταία αναλύσει, επιβάλλεται διά λόγους γενικότερου συμφέροντος να συγκέντρωση αμέριστο την προσοχή του κράτους, την απογύμνωσιν του νομού μας από τον αρχαιολογικό — θρησκευτικό θησαυρό του, επειδή σημειώθηκε το γνωστόν κρούσμα αρχαιοκαπηλίας.

Εν πάση περιπτώση εκείνο που θέλουμε να τονίσομε εδώ, είναι ότι διαφαίνεται τάσις —και η αφορμή δι’ αυτήν εδόθη από την κλοπή του ιερού χειρογράφου Ευαγγελίου— να μεταφερθούν τα ιερά κειμήλια του τόπου μας εις το κέντρο, πράγμα που προκάλεσε ήδη την αγανάκτηση της δημοσίας γνώμης της πόλεως. Και εφιστώμεν εν προκειμένω την προσοχή των εδώ αρμοδίων και ιδία του Σεβασμιότατου, ο οποίος παρακαλείται να εισηγηθεί επί του όλου ζητήματος των ιερών κειμηλίων των μονών μας λύση ικανοποιητική εκ της απόψεως του τοπικού και μόνον συμφέροντος.


ΚΡΑΤΕΙ ΣΚΕΨΙΣ ΟΠΩΣ ΜΕΤΑΦΕΡΘΟΥΝΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ ΤΑ ΚΕΙΜΗΛΙΑ ΤΩΝ ΜΟΝΩΝ ΜΑΣ

ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΔΩ ΑΡΜΟΔΙΟΙ

Απόψεις καθηγητού διά το κλαπέν Ευαγγέλιον

Εις την εφημερίδα «Έθνος» δημοσιεύθηκε χθες το κατωτέρω ενδιαφέρον κείμενο σχετικώς με το κλαπέν Ευαγγέλιο από την Μονή Nτουσίκου.

«Χθες την πρωία ο διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών καθηγητής κ. Σωτηρίου απέστειλε κατεπείγον έγγραφο προς την Διεύθυνση Αρχαιολογίας του υπουργείου Παιδείας, διά του οποίου ζητείται: 1) Να γίνουν ανακρίσεις διά την κλοπή του αμύθητου αξίας Ευαγγελίου εκ της Μονής του Αγίου Βησσαρίωνος και 2) Να ειδοποιηθούν αφ’ ενός μεν τα τελωνεία του κράτους, αφ’ ετέρου δε αι πρεσβείαι του εξωτερικού, αι οποίαι να επιστήσουν την προσοχή εις τα διάφορα ξένα Μουσεία, εις τα όποια πιθανόν να καταλήξει το κλαπέν Ευαγγέλιον.

»Ο καθηγητής κ. Σωτηρίου, μας είπε σχετικώς τα εξής:

»Το κλαπέν Ευαγγέλιον άνηκε εις την Μονήν Δουσίκου, η οποία είναι γνωστή ως Μονή του Αγίου Βησσαρίωνος. Το αμύθητου αξίας αητό κειμήλιο είχε μελετηθεί από τον συνάδελφο καθηγητή κ. Ξυγγόπουλο και είχε ανακοινωθεί εις τον μακαρίτη Λάμπρον και εν συνεχεία εις το περιοδικό «Νέος Ελληνομνήμων». Το βιβλίο περιλαμβάνει και τα τέσσερα Ευαγγέλια (τετραευαγγέλιον) και είναι γραμμένο επί περγαμηνής. Επί του Ευαγγελίου υπάρχει ιδιόχειρος αφιέρωση του Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου, η οποία έχει επί λέξει ως έξης: «Κωνσταντίνος εν Χώ πιστός Βασιλεύς και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Πορφυρογέννητος.

— Νομίζετε κ. καθηγητά, ότι το απολεσθέν Ευαγγέλιο εκλάπη ή ότι επωλήθη;

— Η γνώμη μου είναι ότι θα επωλήθη από κανένα καλόγηρο αντί δολαρίων όπως συμβαίνει πολλές φορές εις τα μοναστήρια.

—  Τι νομίζετε κ. καθηγητά ότι πρέπει να γίνει με όλα αυτά τα ιερά κειμήλια που ευρίσκονται διασκορπισμένα εις τα διάφορα μοναστήρια;

Τα πολύτιμα χειρόγραφα και τα αντικείμενα, που ευρίσκονται εις τα μοναστήρια, ορθόν είναι να παραμείνουν ασφαλισμένα όμως εις σκευοφυλάκια διά τουριστικούς μόνον λόγους. Τα πλέον όμως πολύτιμα εξ’ αυτών πρέπει να ασφαλισθούν εις το τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης ή το Βυζαντινό Μουσείο, εφ’ όσον είναι κοσμημένα με μικρογραφίας. Διότι μόνον εκεί υπάρχει ιδιαιτέρα φροντίς [συντηρήσεως και διαφυλάξεώς των. Εις παλαιοτέρους χρόνους είχαν μεταφερθεί εκ των μονών των Μετεώρων και εκ της μονής Δουσίκου και είχαν διασφαλισθεί πολύτιμα χειρόγραφα και ιερά κειμήλια. Φαίνεται όμως, ότι το πολυτιμότατο τετραευαγγέλιον είχε διαφύγει την προσοχή των αρμοδίων, αποκρυβέν ίσως υπό των μοναχών.».

Σ.Σ.: Το «Έθνος», το οποίον διά τού προχθεσινού γνωστού σχολίου του εζήτει, ως γράφομεν εις άλλας στήλας της ανά χείρας εφημερίδος, όπως τα κειμήλια των μονών της περιοχής μας μεταφερθούν εις το κέντρον, επανέρχεται με τας ως άνω δηλώσεις του καθηγητού κ. Σωτηρίου εις την απαράδεκτον και καθαπτομένην των τοπικών μας συμφερόντων αυτήν άποψιν, που, επαναλαμβάνομεν, προκαλεί την αγανάκτησιν της δημοσίας γνώμης της πόλεως. Δι’ ο και εφιστώμεν δι’ άλλην μίαν φοράν επί του θέματος την προσοχή των εδώ αρμοδίων και ιδία του Σεβασμιότατου, ζητούντες όπως αποκλεισθεί διά παντός τρόπου και μέσου η τυχόν μεταφορά έστω και ενός κειμηλίου της περιοχής μας εις το Βυζαντινό Μουσείο ή την Εθνική Βιβλιοθήκη των Αθηνών.


ΖΗΤΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΟΥΣ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΜΑΣ

ΔΙΑ ΤΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΚAΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Από ορισμένα δημοσιεύματα τού αθηναϊκού Τύπου, εξ’ αφορμής της κλοπής από την μονή Αγίου Βησσαρίωνος (Ντουσίκου) τού κατά γενική ομολογία αμύθητου αξίας ιερού χειρογράφου Ευαγγελίου, καταδεικνύεται ότι κρατεί η σκέψις να μεταφερθούν τα θρησκευτικά κειμήλια της περιοχής μας εις μουσεία των Αθηνών. Και ως δικαιολογία εν προκειμένω προβάλλεται, ότι δήθεν εκεί θα είναι περισσότερο ασφαλισμένα και θα αξιοποιηθούν, ίδια από τουριστικής απόψεως.

***

Φαίνεται ότι αφορμήν εζήτουν οι άνθρωποι διά να μας τα πάρουν να απογυμνώσουν την περιοχή μας από τους αρχαιολογικούς — θρησκευτικούς θησαυρούς να μας απομονώσουν ακόμη έτσι και τουριστικώς, ώστε εμείς εδώ εις την επαρχία να μη αποκτήσομε ποτέ θέση εις τον σύγχρονο πολιτισμό, να μη έχομε επαφή με ξένους, να μη εισρέουν και εις τον πτωχό και άμοιρο τόπο μας χρήματα από άλλες περιοχές ή χώρας.

***

«Περίφημος» πράγματι τακτική —αν την υιοθετούν και τα αρμόδια υπουργεία Προεδρίας της κυβερνήσεως, που ως γνωστόν εποπτεύει του τουριστικού τομέως και Παιδείας και Θρησκευμάτων— και ακριβώς μέσα εις τα πλαίσια της από πολλού εφαρμοζόμενης εις την Ελλάδα πολιτικής υπό ηγετών ή πολιτικών παρατάξεων ευρισκομένων έξω πάσης πραγματικότητας (που ουδέποτε συνέλαβαν το νόημα τής σημερινής εποχής και των απαιτήσεών της και που ειδικότερα δεν κατόρθωσαν, ή καλύτερα δεν είχαν προς τούτο το απαιτούμενο θάρρος ούτε την ικανότητα— άλλωστε ούτε η προέλευσις των ούτε αι απώτεραι επιδιώξεις των τους επέτρεπαν να λάβουν αυτήν την σθεναρά στάση έναντι των σημερινών προβλημάτων της χώρας— να εντοπίσουν τα αίτια της γενικής σημερινής κακοδαιμονίας μας εις όλους τους τομείς και ανάλογα να τα αντιμετωπίσουν) πλήρους απομονώσεως της επαρχίας και ει δυνατόν διευρύνσεώς του μεταξύ αυτής και των δύο—τριών μεγάλων αστικών κέντρων ήδη βαθύτατου χάσματος.

***

Δεν διακείμεθα από αντιπολιτευτικό μένος γράφοντες ότι σκέπτονται να μας πάρουν τα κειμήλια. Διότι εις το εν λόγω θέμα ουδεμία θέση έχει η πολιτική. Άλλως τε τούτο κατεφάνη από την ευρεία απήχηση που είχε ο τοιούτος χειρισμός υπό της ανά χείρας εφημερίδος του όλου ζητήματος των κειμηλίων της περιοχής μας αφ’ ης απεκαλύφθη το κρούσμα αρχαιοκαπηλίας, εις όλα τα στρώματα του λαού του νομού, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθετήσεως, πράγμα που καταμαρτυρεί, ότι τούτο είναι μεγάλης ζωτικής σημασίας διά τον τόπον, και ότι συνεπώς ενδιαφέρει ολόκληρον την κοινωνίαν μας, της οποίας, επισημαίνομε, ότι η αντίδραση θα είναι άμεσος, σύσσωμος και σταθερά εις την τυχόν περίπτωσιν πραγματοποιήσεως του διαγραφομένου κινδύνου, να κοσμήσουν οι θησαυροί του τόπου μας τα συναφή ιδρύματα της πρωτευούσης.

Απεναντίας το ενδιαφέρον διά τα τοπικά συμφέροντα μας υποχρεώνει να δίδωμεν τοσαύτην έκτασιν εις το ζήτημα και να ζητώμεν όπως αποκλεισθεί διά παντός πάσα σκέψις μεταφοράς των κειμηλίων των ιερών μονών μας —που είναι ανεκτίμητα κοσμήματα διά τον τόπον και εις την κατά το δέον αξιοποίησίν των οποίων στηρίζομε πολλάς ελπίδας διά την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής μας— εις τας Αθήνας.

***

Δι’ ο και επ’ αυτού ζητούμε μίαν υπεύθυνον διευκρίνιση από τα υπουργεία Προεδρίας της κυβερνήσεως και Παιδείας και Θρησκευμάτων διά να ξεύρομε που βαδίζομε. Διότι δεν αποκλείεται ταύτα να μη υιοθετούν την απαράδεκτον άποψη της μεταφοράς των κειμηλίων μας εις το Βυζαντινό Μουσείο, την Εθνική Βιβλιοθήκη ή άλλα συναφή ιδρύματα, οπότε το θέμα κλείνει.

Πάντως συνιστώμεν εις τα ως άνω υπουργεία, πριν απαντήσουν, να λάβουν υπ’ όψιν, ότι και εμείς εδώ είμεθα εις θέσιν και το έχομε δικαίωμα, όχι μόνον να διαφυλάξομε εφ’ εξής τα αρχαιολογικά — θρησκευτικά κειμήλια του τόπου, αλλά και να τα αξιοποιήσομε, να τα κάμωμεν αντικείμενα προσκυνήματος των ξένων και πηγή εσόδων, αρκεί προς τούτο να τύχομε και της αναλόγου συνδρομής των αρμοδίων υπηρεσιών και του κράτους.

***

Ως τόσον «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Και τούτο αφορά εις τας εδώ οργανώσεις, που πρέπει να κινηθούν από τούδε, ώστε και ο κίνδυνος της μεταφοράς των κειμηλίων μας να αποφευχθεί και ταύτα να αξιοποιηθούν κατά το δέον, όπως συμβαίνει εις όλα τα πολιτισμένα μέρη. Εν ανάγκη να χρησιμοποιήσουν προς τούτο όλα τα εις την διάθεσίν των νόμιμα μέσα και να προτείνουν κατόπιν επισταμένης μελέτης την καλυτέραν εν προκειμένω λύσιν, την οποίαν, με εντόνους παραστάσεις, να αναγκάσουν τας αρμόδιας υπηρεσίας όχι μόνον να αποδεχθούν, αλλά να προσφέρουν διά την πραγματοποίησίν της αμέριστο την αρωγή των.

Διότι, το τονίζομε, το ζήτημα είναι κεφαλαιώδους σημασίας διά τον τόπον και πάσα τυχόν ολιγωρία εις την προώθησίν του θα είναι ασυγχώρητος και θα έχει δυσμενείς συνεπείας διά τα συμφέροντα, την πολιτιατική εξέλιξιν και την εν γένει πρόοδο της πόλεως και περιφερείας.

Για την αντιγραφή: Σ.Α. ΜΠΑΚΟΒΑΣΙΛΗΣ