Πληροφορίες Προσβασιμότητας

Δήμος Τρικκαίων

Καφετζήδες και καφενεία του παλιού καιρού

16 Ιουνίου 2022

Η φτωχότητα της ειδησεογραφίας και των εξ αυτής αφορμών για προέκτασή της, υποχρεώνει την στήλη να καταφύγει σε κάποια χρονογραφική αναφορά, στα παραλειπόμενα των «Τρικαλινών Νέων» της 27ης Αυγούστου 1964, για την κάλυψη της χρονολογικής αναντιστοιχίας. Που όμως μας θυμίζει ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μας, όπως είναι το ελληνικό, παραδοσιακό καφενείο. Το οποίο -και στην πόλη μας- παρά την επίθεση που δέχεται από τους νεωτερισμούς και τους έξωθεν επηρεασμούς, εξακολουθεί να αμύνεται και να υπάρχει, έστω και σε μικρή κλίμακα. Ικανοποιώντας την ανάγκη εκείνων ιδιαίτερα των ηλικιωμένων, που αρνούνται να προσχωρήσουν στην αποδοχή των ξενόφερτων παρασκευασμάτων, προκειμένου να ικανοποιήσουν την μικρή ανθρώπινη ανάγκη ή και συνήθεια, όπως είναι ο καφές σε καθημερινή βάση. Αλλά και να ζήσουν και για λίγη ώρα μέσα στην ατμόσφαιρα της αίθουσας, όπου οι χτύποι του τάβλι και οι φωνές των χαρτοπαικτών, μπερδεύονται με τους καπνούς των τσιγάρων. Εν τούτοις, είναι γεγονός, πως η μορφή του παλιού καφετζή όλο και εξαφανίζεται. Ενός ανθρώπου, που κατόρθωνε και κατορθώνει ακόμα και σήμερα, να ‘ναι δεμένος με τους πελάτες του, μέσα από μια περίεργη σχέση και δύναμη. Μια δε περίμετρο αυτής της καθημερινής σχέσης -ίσως και την πιο ισχυρότερη- μας θυμίζει και η σημείωση, στη στήλη «Αφορμές της στιγμής». Γράφει, λοιπόν:  Θαυμάζω τους καφετζήδες, που ξέρουν τι είδους καφέ πίνει ο κάθε πελάτης τους. Μοιάζουν λίγο με τους γιατρούς που ξέρουν από τι πάσχει ο κάθε ασθενής τους, που κουράρουν επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Μόνο που τα λάθη των γιατρών -αν γίνονται- είναι οδυνηρότερα απ’ το σερβίρισμα ενός γλυκού, αντί μέτριου».

Τα καφενεία και οι καφετζήδες, αποτελούν μια… μεγάλη ιστορία της Τρικαλινής ζωής. Που αν επιχειρήσει να την καταγράψει κανένας από μνήμης, οπωσδήποτε θα αφήσει τεράστια κενά. Όμως, ποιος λίγο έστω παλιότερος Τρικαλινός δεν έχει χαραγμένη στη μνήμη του, τίτλους παραδοσιακών καφενείων και χαρακτηριστικών -αλλά και συμπαθών- καφετζήδων. Ο «Παράδεισος» του αείμνηστου Σωκράτη Κωστίκα -που πλέον δεν υπάρχει και ήταν στο πιο καίριο σημείο των Τρικάλων- το «Πανελλήνιο» του Μήτσου Κωστίκα, κάτω από το ομώνυμο ιστορικό ξενοδοχείο, η «Ένωσις» στην γωνία των οδών Στεφ. Σαράφη και Αμαλίας, το «Εθνικό» στη θέση που κτίστηκε μετά το ξενοδοχείο «Αχίλλειο» και ένα σωρό άλλα καθιερωμένα ονόματα. Αλλά, και καφετζήδες, όπως οι αείμνηστοι πια Δημ. Νίτσας, Χρ. Τζέτζιας, Αχιλ. Πραττόπουλος, Χρ. Χουρχούμπας, Ζυγόπουλος, Δήμου, Γιάτσιος, Ψημμένος είναι βαθιά χαραγμένα στην παράδοση του καφενείου στα Τρίκαλα. Κι είναι ακριβώς αυτοί που επί πολλά χρόνια γνώριζαν απ’ έξω και ανακατωτά τις αδυναμίες των πελατών τους στον καφέ. Ποιος τον «έπαιρνε» γλυκό, μέτριο, ή πικρό. Και ακόμα ποιος τον ήθελε με περισσότερο ή λιγότερο καϊμάκι. Σε χοντρό, μικρό ή μεγαλύτερο φλυτζάνι. Ένα σωρό αδυναμίες και μικρές καθημερινές ανθρώπινες απολαύσεις, που περνούσαν μέσα απ’ τον καφέ. Ήταν όλοι αυτοί οι παραδοσιακοί καφετζήδες, που δεν έπαιρναν παραγγελία καφέ, αλλά απλώς έβλεπαν ποιος μπαίνει το πρωί στο καφενείο τους και ήξεραν τι αναλογίες καφέ και ζάχαρης να ρίξουν στο μπρίκι. Ενώ, παράλληλα γνώριζαν και πολλά μυστικά από την επαγγελματική και οικογενειακή ζωή του κάθε θαμώνα τους, ώστε να διακρίνουν απ’ την ώρα και τον τρόπο που έμπαινε στο καφενείο και με τις πρώτες πρωϊνές γκριμάτσες του, τι περίπου του συμβαίνει. Κι αποτελούσαν, οι παλιοί καφετζήδες, ένα είδος άτυπου ληξίαρχου ή και ακόμη έμπιστου εξομολόγου. Αφού οι «θεριακλήδες» της παλιάς εποχής, ρουφώντας τον γλυκύ βραστό τους ή τον μέτριο με ολίγη, ή τον πολύ γλυκύ βραστόν, ένιωθαν, αποκτούσαν την «δύναμη» να εξωτερικεύσουν τα βάσανα ή τις χαρές τους. Ακόμα υπήρχαν και πιο απόκεντρα καφενεδάκια στις ακραίες συνοικίες, όπως στο «Γκιουλμπαξέ» στο Τρικκαίογλου και αλλού.

Ψημένος στη «χόβολη»

Χαρακτηριστικός και ανεπανάληπτος για τα σημερινά δεδομένα, ήταν και ο τρόπος παρασκευής του καφέ άλλοτε. Καθώς ο καφετζής με τη φωτιά πυράκτωνε μια ποσότητα στάχτης και άμμου, πάνω στην οποία έβαζε το λεπτό τσίγκινο καφέμπρικο, προκαλώντας έτσι την παρασκευή ενός νόστιμου και με πολύ καϊμάκι καφέ. Σήμερα όμως στην διαδικασία αυτή μπήκαν άλλα μέσα, όπως ηλεκτρικά μάτια και κουζίνες. Που όμως δεν μπορούν να αντικαταστήσουν εκείνο τον παραδοσιακό τρόπο παρασκευής του ελληνικού καφέ.

Και βέβαια και τότε -όπως και σήμερα- στα παλιά και παραδοσιακά καφενεία της πόλης μας, έδινε και έπαιρνε η χαρτοπαιξία και το τάβλι. Ενώ άλλη παράμετρος ήταν και η προσφορά του μεσημεριανού τσίπουρου -για την όρεξη- με πρόχειρους μεζέδες -ελιά, σαρδέλα, τυράκι- ή και πιο συστηματικά παρασκευασμένους, όπως γαρδούμπα, τας κεμπάπ, μαρίδα τηγανητή και τα τοιαύτα. Τα καφενεία της εποχής ήταν τα πρώτα μεζεδοπωλεία, που προσπαθούν κακέκτυπα, να μιμηθούν σήμερα άλλα παρόμοια καταστήματα και κέντρα.

Άλλες χρήσεις

Δεν ήταν όμως και πολύ σπάνιες οι άλλες χρήσεις του καφενείου. Το «Εθνικό» -για παράδειγμα- μετατρέπονταν και σε αίθουσα θεάτρου, όπου έδιναν παραστάσεις περιοδεύοντες -μικροί συνήθως θίασοι της εποχής. Ακόμα μετατρέπονταν για κάποια περίοδο και σε κέντρο, με μουσικά συγκροτήματα. Ενώ στις προεκλογικές περιόδους από παλιά μέχρι και πρόσφατα, αν δεν μετατρέπονταν σε προεκλογικό κέντρο κόμματος η υποψήφιου βουλευτού ή Δήμαρχου, ήταν στο επίκεντρο των νυκτερινών επισκέψεων των φιλόδοξων αιρετών αρχόντων, που έβγαζαν τους λόγους τους, κερνώντας και το ανάλογο καραφάκι στις παρέες που τον ακούαν.

Το παλιό καφενείο ήταν λες ένας ζωντανός οργανισμός της ζωής. Που δοκίμαζε όλες τις διακυμάνσεις των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων. Ένα απαραίτητο κομμάτι της κοινωνικής συγκρότησης, που δεν μπορούσε κανένας να προβλέψει ή να υποβαθμίσει.

Η εξέλιξη

Σήμερα, βέβαια, πολύ λίγα καφενεία και στην πόλη μας, προσπαθούν να διατηρήσουν την εικόνα της καφενόβιας ζωής του Έλληνα. Και το είδος αυτό, δέχτηκε την σκληρή επίθεση των ξενόφερτων συνηθειών και αναζητήσεων. Έτσι τη θέα του καφενείου πήρε η καφετερία, το καφέ μπαρ. Ο ελληνικός καφέ με το καϊμάκι που ταυτίζονται σχεδόν με τη ταυτότητα του κάθε πελάτη αντικαταστάθηκε από παρασκευάσματα με ακαταλαβίστικα, για τους παλιούς, ονόματα, όπως «φραπέ», «εσπρέσο» και ένα σωρό άλλα. Γεγονός πάντως παραμένει πως ο καφές -μαζί και παράλληλα με το τσιγάρο- παραμένει μια αξεπέραστη καθημερινή απόλαυση της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων -και των Τρικαλινών βέβαια- και των δύο φύλων και όλων σχεδόν των ηλικιών.

 

Για την αντιγραφή: Σ.Α. Μπακοβασίλης